
Μυστήρια γυναίκα.Κάποιες φορές νόμιζες ότι τη διάβαζες σα μια κόλλα χαρτί.Άλλες ότι δεν καταλάβαινες τίποτα από όλη τη συμπεριφορά της. Σε γενικές γραμμές,την έβρισκες συμπαθητική,αν δεν ήσουν προκατειλημμένος από τα 130 κιλά της και το ατσούμπαλο σώμα της. Είχε χιούμορ, αυτοσαρκασμό, από αυτόν που έχουν όλοι οι άνθρωποι που δε στηρίχτηκαν ποτέ στην εξωτερική τους εμφάνιση για να πετύχουν κάτι.
Παντρεύτηκε πριν ενηλικιωθεί,στο χωριό ήταν αλλιώς τα πράγματα.Άσε που είχε κουραστεί να περιμένει κάτι καλύτερο.Ένα χρόνο μετά,έγινε μητέρα.Από μικρή στα βάσανα.Στα 20 της, είχε ήδη δυο παιδιά κι έναν άντρα,που τελικά δεν ήταν η σανίδα σωτηρίας που προσδοκούσε.Η ζωή στο χωριό κυλούσε ήσυχα σχετικά,αν εξαιρέσεις τα κουτσομπολιά που συνοδεύουν τις μικρες κοινωνίες.Κι όταν κάποιος δεν έχει ενδιαφέροντα στη ζωή του, ασχολείται με τη ζωή των άλλων.Εκείνη προσπαθούσε να μην την αγγίζουν όλα αυτά. Οι ανασφάλειές της μεγάλωναν,χρόνο με το χρόνο. Άλλαξε και η συμπεριφορά της,έγινε πιο σκληρή,πιο απαιτητική.Τα παιδιά της λαχταρούσαν να μεγαλώσουν για να φύγουν από το σπίτι.Η αλήθεια είναι ότι έκανε αυτά που δεν ήθελε να της κάνουν.Λίγο μετά τα 40 κι είχε ήδη γίνει γιαγιά με 4 εγγόνια.Η οικογενειακή ζωή που ήθελε να έχει, δεν ήταν τόσο παραδεισένια. Προστέθηκαν πολλά προβλήματα υγείας,τα ψυχολογικά επιδεινώθηκαν με τα χρόνια.Αισθανόταν μόνη στον κόσμο, σαν να μην την αγαπάει κανείς, σαν να μη νοιάζεται κανένας για το αν είναι καλά ή όχι. Άρχισε να επισκέπτεται όλο και πιο συχνά την πόλη,με αφορμή τα προβλήματα υγείας. Έμενε σε συγγενείς,μια μέρα,δυο,τρεις.Εβδομάδα πολλές φορές.Σα να μην ήθελε να γυρίσει πίσω.Τα παιδιά της είχαν ήδη δική τους οικογένεια,για ποιον θα γυρνούσε πίσω;
Τη γνώρισα πριν 8 χρόνια,σε οικογενειακό τραπέζι. Μου φάνηκε αδιάφορη. Φορτική πολλές φορές,αλλά γελούσα πάντα με τον τρόπο που διακωμωδούσε τη ζωή της. Αυτό που εισέπραττα ήταν το ότι ενώ πέρασε πολλά και είχε αφεθεί τελείως στη μοίρα της, ήταν δυνατός άνθρωπος και ήθελε να το παλέψει,όσο αντιφατικό κι αν φαινόταν αυτό. Αρκεί να σκεφτείς ότι δεν έπρεπε να κάνει καταχρήσεις,ούτε στο ποτό,ούτε στο φαγητό κι όμως του 'δινε και κατάλαβε. Είχε έρθει και στο σπίτι για καφέ δυο τρεις φορές, τηλεφωνούσε και σε γιορτές για τις καθιερωμένες ευχές. Είχα αρχίσει να συνηθίζω.
Βγήκαμε για ποτό μια καθημερινή,όσο απίστευτο κι αν ήταν. Με τις δουλειές και την κούραση, σπάνια βγαίναμε πια μέσα στη βδομάδα. Την άλλη μέρα ξεκινούσε η άδειά μας, οπότε γυρίσαμε αργά,χωρίς άγχος για το πρωινό ξύπνημα.Είδα τις κλήσεις στο σταθερό, μας είχε πάρει τηλέφωνο στις 11:00.Δεν παραξενεύτηκα,ήταν απρόβλεπτη γενικώς. Πέσαμε για ύπνο.Το επόμενο πρωί,κατά τις 7 χτυπάει το τηλέφωνο. Κι όπως λέει και το τραγούδι, 9 φορές στις 10 είναι για κακό. Ετοίμαζα καφέ,το σηκώνει ο καλός μου και βλέπω το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει, από τη μια στιγμή στην άλλη. Τον ρωτάω τι έγινε και μου λέει "Ποια πήρε τηλέφωνο χθες που λείπαμε; Αυτοκτόνησε". Παθαίνω σοκ. Ποτέ δεν περιμένεις κάτι τέτοιο,ειδικά από ανθρώπους που γνωρίζεις και σου φαίνονται δυνατοί,ότι κι αν περνάνε. Με το που κλείνει το τηλέφωνο,αρχίζω να παίρνω στροφές. Ήμουν σίγουρη ότι άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή. Το ψάχνω και έχω δίκιο. Μας αποχαιρέτησε με ένα μήνυμα σε ένα μηχάνημα.Η φωνή της έβγαινε ξεψυχισμένα,μου είπε να προσέχω τον άντρα μου και τους γονείς του,να έχω όλα τα καλά του Αβραάμ και του Ισαάκ. Έλεγε ότι κουράστηκε πλέον από τη ζωή της,ότι ήρθε ο καιρός να φύγει και να ξεκουραστεί. Άκουγα κι έκλαιγα,αγκαλιά με το τηλέφωνο. Δε μπορούσα να ηρεμήσω,δε μπορούσα να το πιστέψω. Αν το είχα ακούσει όταν γυρίσαμε,αν την είχα πάρει στα σοβαρά,αν είχα κάνει κάτι,τώρα θα ήταν ζωντανή. Αν,αν,αν. Αργότερα μάθαμε ότι είχε τηλεφωνήσει σε όλους,για να μάθει αν την αγαπάνε. Εμάς δε μας βρήκε,οπότε προτίμησε να τα πει σε έναν τηλεφωνητή. Έχουν περάσει χρόνια,αλλά αυτό το αν ακόμα με στοιχειώνει...
Τηλεφωνούσε πάντα στην επέτειό μας και ρωτούσε γιατί δεν κάνουμε παιδιά και τι περιμένουμε.Φέτος θα ήθελα πολύ να ήταν εδώ,να τηλεφωνούσε.Θα είχα κάτι να της πω επιτέλους.Αλλά μάλλον το ξέρει ήδη...




